Μετάβαση στο περιεχόμενο

δημοσίᾳ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δημοσίᾳ < δοτική ενικού, θηλυκού γένους του δημόσιος

Επίρρημα

[επεξεργασία]

δημοσίᾳ

  • δημόσια, δημοσίως
      2ος/3ος κε αιώνας, Κλαύδιος Αἰλιανός, Ποικίλη Ἱστορία, β, 15
    μαθόντες δὲ οἱ ἔφοροι οὐκ ἠγανάκτησαν, ἀλλὰ τὸν δημόσιον κήρυκα καλέσαντες προσέταξαν αὐτὸν δημοσίᾳ κηρύξαι τοῦτο δὴ τὸ θαυμαζόμενον ῾ἐξέστω Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν.᾿
    Όταν έμαθαν οι έφοροι, δεν αγανάκτησαν, αλλά αφού κάλεσαν τον δημόσιο κήρυκα, προσέταξαν αυτόν να κηρύξει δημοσίως αυτό ακριβώς το θαυμαστό ῾ας επιστραπεί στους Κλαζομενίους να συμπεριφέροντα άσχημα.᾿
    Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

δημοσίᾳ