δημοσίᾳ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]δημοσίᾳ
- δημόσια, δημοσίως
- ※ 2ος/3ος κε αιώνας, Κλαύδιος Αἰλιανός, Ποικίλη Ἱστορία, β, 15
- μαθόντες δὲ οἱ ἔφοροι οὐκ ἠγανάκτησαν, ἀλλὰ τὸν δημόσιον κήρυκα καλέσαντες προσέταξαν αὐτὸν δημοσίᾳ κηρύξαι τοῦτο δὴ τὸ θαυμαζόμενον ῾ἐξέστω Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν.᾿
- Όταν έμαθαν οι έφοροι, δεν αγανάκτησαν, αλλά αφού κάλεσαν τον δημόσιο κήρυκα, προσέταξαν αυτόν να κηρύξει δημοσίως αυτό ακριβώς το θαυμαστό ῾ας επιστραπεί στους Κλαζομενίους να συμπεριφέροντα άσχημα.᾿
- Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.
- μαθόντες δὲ οἱ ἔφοροι οὐκ ἠγανάκτησαν, ἀλλὰ τὸν δημόσιον κήρυκα καλέσαντες προσέταξαν αὐτὸν δημοσίᾳ κηρύξαι τοῦτο δὴ τὸ θαυμαζόμενον ῾ἐξέστω Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν.᾿
- ※ 2ος/3ος κε αιώνας, Κλαύδιος Αἰλιανός, Ποικίλη Ἱστορία, β, 15
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]δημοσίᾳ
Πηγές
[επεξεργασία]- δημοσίᾳ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δημοσίᾳ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.