δημοσιεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημοσιεύομαι: παθητική φωνή του ρήματος δημοσιεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

δημοσιεύομαι, πρτ.: δημοσιευόμουν, στ.μέλλ.: θα δημοσιευτώ, αόρ.: δημοσιεύτηκα, μτχ.π.π.: δημοσιευμένος

  1. (για κείμενο, άρθρο, αγγελία ή άλλη καταχώριση) περιλαμβάνομαι σε έντυπη έκδοση (εφημερίδα ή περιοδικό) και με αυτό τον τρόπο κοινολογούμαι δημοσίως
    στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύεται και η αναγγελία των γάμων τους

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]