δημοσιεύσιμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði.mo.siˈef.si.mos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δη‐μο‐σι‐εύ‐σι‐μος
Επίθετο
[επεξεργασία]δημοσιεύσιμος
- που είναι δυνατόν να δημοσιευτεί ή αξίζει να δημοσιευτεί
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δημοσιεύσιμος