δημοσιοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημοσιοκρατία δημοσιοκρατίες
γενική δημοσιοκρατίας δημοσιοκρατιών
αιτιατική δημοσιοκρατία δημοσιοκρατίες
κλητική δημοσιοκρατία δημοσιοκρατίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημοσιοκρατία < δημόσιο + -κρατία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημοσιοκρατία

  • είναι η εξυπηρέτηση υπό συνθήκες διαφάνειας, δημοσιότητας και λογοδοσίας του γενικού συμφέροντος και όχι του προσωπικού ή ιδιωτικού νιτερέσου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]