δημοτικισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημοτικισμός δημοτικισμοί
γενική δημοτικισμού δημοτικισμών
αιτιατική δημοτικισμό δημοτικισμούς
κλητική δημοτικισμέ δημοτικισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημοτικισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημοτικισμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) απλοποιημένη μορφή της αρχαίας ελληνικής και της καθαρεύουσας που βασίζεται σε λόγια εκδοχή της δημώδους γλώσσας/απόπειρα γλωσσικής ενοποίησης προφορικού, γραπτού και λόγιου λόγου
    • (πολιτική) οι υπέρμαχοι της Αττικής διάλεκτου (και άλλων αρχαίων) και της καθαρεύουσας θεωρούν την δημοτική πολιτικό κίνημα, οι δημοτικιστές δεν ασπάζονται αυτόν τον ισχυρισμό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]