διάβρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάβρωση < δια + βρώνω ‹ βιβρώσκω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάβρωση θηλυκό

  1. φθορά στην επιφάνεια της γης. η υδάτινη διάβρωση είναι όταν το νερό "τρώει" την επιφάνεια της Γης. Η αιολική διάβρωση είναι όταν ο αέρας μεταφέρει τα κομμάτια πέτρας που έχει "φάει" η θάλασσα.
  2. αλλοίωση
  3. καταστροφή


Μεταφράσεις[επεξεργασία]