Μετάβαση στο περιεχόμενο

διάγραμμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διάγραμμα τα διαγράμματα
      γενική του διαγράμματος των διαγραμμάτων
    αιτιατική το διάγραμμα τα διαγράμματα
     κλητική διάγραμμα διαγράμματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάγραμμα < αρχαία ελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάγραμμα ουδέτερο

  1. γραφική απεικόνιση συσχέτισης μεγεθών (συχνά στην πορεία του χρόνου ή που αφορά χωροταξική ανάπτυξη)
  2. γραφική απεικόνιση μηχανισμού ή ιδέας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ διάγραμμᾰ τὰ διαγράμμᾰτ
      γενική τοῦ διαγράμμᾰτος τῶν διαγραμμᾰ́των
      δοτική τῷ διαγράμμᾰτ τοῖς διαγράμμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ διάγραμμᾰ τὰ διαγράμμᾰτ
     κλητική ! διάγραμμᾰ διαγράμμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαγράμμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  διαγραμμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάγραμμα < διαγράφω + -μα. Μορφολογικά αναλύεται σε διά- + γράμμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάγραμμα ουδέτερο

  1. διάγραμμα
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 7, 529e
    εἴ τις ἐντύχοι ὑπὸ Δαιδάλου ἤ τινος ἄλλου δημιουργοῦ ἢ γραφέως διαφερόντως γεγραμμένοις καὶ ἐκπεπονημένοις διαγράμμασιν.'
  2. γεωμετρικό σχήμα
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Φαίδων, 73b
    ἔπειτα ἐάν τις ἐπὶ τὰ διαγράμματα ἄγῃ ἢ ἄλλο τι τῶν τοιούτων, ἐνταῦθα σαφέστατα κατηγορεῖ ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει.
  3. (ελληνιστική σημασία)
    1. ψήφισμα, απόφαση
    2. μητρώο
    3. (μουσική) η διατονική κλίμακα
    4. απογραφή
    5. κανονισμός, διάταξη
    6. διάταγμα
    7. γεωγραφικός χάρτης