διάγραμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διάγραμμα τα διαγράμματα
      γενική του διαγράμματος των διαγραμμάτων
    αιτιατική το διάγραμμα τα διαγράμματα
     κλητική διάγραμμα διαγράμματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάγραμμα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάγραμμα ουδέτερο

  1. γραφική απεικόνιση συσχέτισης μεγεθών (συχνά στην πορεία του χρόνου ή που αφορά χωροταξική ανάπτυξη)
  2. γραφική απεικόνιση μηχανισμού ή ιδέας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]