διάγω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάγω < αρχαία ελληνική διάγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διάγω

  1. διαβιώνω, ζω, κατοικώ σε ένα μέρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάγω < διά + ἄγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διάγω

  1. (μεταβατικό) περνάω απέναντι κάτι
  2. (αμετάβατο) εγώ περνάω απέναντι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]