διάδικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : δυαδικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάδικος διάδικοι
γενική διαδίκου διαδίκων
αιτιατική διάδικο διαδίκους
κλητική διάδικε διάδικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάδικος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάδικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε μια δίκη, εκτός των δικαστών
  2. αυτός που διεξάγει δικαστικό αγώνα, ο κατήγορος ή ο κατηγορούμενος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]