διάδρομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διάδρομος οι διάδρομοι
      γενική του διαδρόμου των διαδρόμων
    αιτιατική τον διάδρομο τους διαδρόμους
     κλητική διάδρομε διάδρομοι
Κατηγορία όπως «άνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάδρομος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάδρομος (πέρασμα, διαδρομή, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου) < αρχαία ελληνική διάδρομος. Μορφολογικά, διά- + δρόμος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðʝa.ðɾo.mos/ και /ˈði̯a.ðɾo.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι‐ά‐δρο‐μος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάδρομος αρσενικό

  1. μακρόστενος χώρος σε κτήριο ή μεταφορικό μέσο στον οποίο έχουν πρόσβαση τα περισσότερα τα μέρη του ίδιου επιπέδου
  2. (ειδικότερα) το απλά διαμορφωμένο ή ειδικά στρωμένο δάπεδο σε αεροδρόμιο ή αλλού που χρησιμεύει για την προσγείωση και την απογείωση αεροπλάνων
  3. (ειδικότερα, στο στίβο) κάθε μία από τις σειρές που χωρίζονται με γραμμές και στις οποίες τρέχουν οι αθλητές
  4. (συνεκδοχικά) μακρόστενο χαλί
  5. όργανο γυμναστικής που έχει ιμάντα κινούμενο με ρυθμιζόμενη ταχύτητα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάδρομος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / διάδρομος τὸ διάδρομον
      γενική τοῦ/τῆς διαδρόμου τοῦ διαδρόμου
      δοτική τῷ/τῇ διαδρόμ τῷ διαδρόμ
    αιτιατική τὸν/τὴν διάδρομον τὸ διάδρομον
     κλητική ! διάδρομε διάδρομον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ διάδρομοι τὰ διάδρομ
      γενική τῶν διαδρόμων τῶν διαδρόμων
      δοτική τοῖς/ταῖς διαδρόμοις τοῖς διαδρόμοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς διαδρόμους τὰ διάδρομ
     κλητική ! διάδρομοι διάδρομ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ διαδρόμω τὼ διαδρόμω
      γεν-δοτ τοῖν διαδρόμοιν τοῖν διαδρόμοιν
2η κλίση, ομάδα 'δύσκολος', Κατηγορία όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

διάδρομος, -ος, -ον

  1. περιπλανώμενος
  2. μη νόμιμος
  3. χαλαρός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διάδρομος οἱ διάδρομοι
      γενική τοῦ διαδρόμου τῶν διαδρόμων
      δοτική τῷ διαδρόμ τοῖς διαδρόμοις
    αιτιατική τὸν διάδρομον τοὺς διαδρόμους
     κλητική ! διάδρομε διάδρομοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαδρόμω
γεν-δοτ τοῖν  διαδρόμοιν
2η κλίση, ομάδα 'θρίαμβος', Κατηγορία όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

διάδρομος αρσενικό

Πηγές[επεξεργασία]