διάζωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάζωμα διαζώματα
γενική διαζώματος διαζωμάτων
αιτιατική διάζωμα διαζώματα
κλητική διάζωμα διαζώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάζωμα < αρχαία ελληνική διάζωμα < διαζώννυμι < διά + ζώννυμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ios (ζώνομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάζωμα ουδέτερο

  1. (θέατρο) διάδρομος (συνήθως ημικυκλικός) που χωρίζει το τμήμα των κερκίδων ενός θεάτρου, σταδίου κ.λπ. σε μέρη καθώς και (κατ’ επέκταση) καθένα απ’ τα μέρη αυτά
  2. (αρχιτεκτονική) η ζωφόρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική διάζωμα διαζώματε διαζώματα
Γενική διαζώματος διαζωμάτοιν διαζωμάτων
Δοτική διαζώματι διαζωμάτοιν διαζώμασι
Αιτιατική διάζωμα διαζώματε διαζώματα
Κλητική διάζωμα διαζώματε διαζώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάζωμα < διαζώννυμι < διά + ζώννυμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ios (ζώνομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάζωμα ουδέτερο

  1. ζώνη
  2. χώρισμα
  3. γείσο
  4. (θέατρο) διάζωμα
  5. (ελληνιστική κοινή) ισθμός