διάζωτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάζωτο διάζωτα
γενική διαζώτου διαζώτων
αιτιατική διάζωτο διάζωτα
κλητική διάζωτο διάζωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάζωτο < δι- + άζωτο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάζωτο ουδέτερο

  1. (χημεία): χημική ένωση δύο ατόμων αζώτου, που συνδέονται με τριπλό δεσμό και συμπεριφέρονται ως μόριο
    οξείδιο του διαζώτου, τετραφθοριούχο διάζωτο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]