διάκενο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάκενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του αρχαίου επιθέτου διάκενος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάκενο ουδέτερο

  • ο σχετικά στενός κενός χώρος ανάμεσα σε δύο παράλληλες ακμές αντικειμένων


Μεταφράσεις[επεξεργασία]