διάκενον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | διάκενον | τὰ | διάκενᾰ |
| γενική | τοῦ | διακένου | τῶν | διακένων |
| δοτική | τῷ | διακένῳ | τοῖς | διακένοις |
| αιτιατική | τὸ | διάκενον | τὰ | διάκενᾰ |
| κλητική ὦ! | διάκενον | διάκενᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | διακένω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | διακένοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
- διάκενον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διάκενος
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: διάκενο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διάκενον ουδέτερο
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- διάκενον < κλιτικός τύπος
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]διάκενον
Πηγές
[επεξεργασία]- διάκενον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)