Μετάβαση στο περιεχόμενο

διάκενος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / διάκενος τὸ διάκενον
      γενική τοῦ/τῆς διακένου τοῦ διακένου
      δοτική τῷ/τῇ διακέν τῷ διακέν
    αιτιατική τὸν/τὴν διάκενον τὸ διάκενον
     κλητική ! διάκενε διάκενον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ διάκενοι τὰ διάκεν
      γενική τῶν διακένων τῶν διακένων
      δοτική τοῖς/ταῖς διακένοις τοῖς διακένοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς διακένους τὰ διάκεν
     κλητική ! διάκενοι διάκεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ διακένω τὼ διακένω
      γεν-δοτ τοῖν διακένοιν τοῖν διακένοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάκενος < διά- + κενός[1]

Επίθετο

[επεξεργασία]

διάκενος, -ον

  1. άδειος
  2. (ουσιαστικοποιημένο) το διάκενον: το διάκενο
  3. (μεταφορικά) άδειος, κενός, μάταιος, ανούσιος, άχρηστος
    παράδειγμα  διάκενος λόγος - κενός λόγος, λόγος χωρίς περιεχόμενο
  4. (για πρόσωπο) λεπτός, αδύνατος
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος , Βίοι Παράλληλοι, Λυκοῦργος, ιζ΄
    αἱ γὰρ ἰσχναὶ καὶ διάκενοι μᾶλλον ἕξεις ὑπακούουσι πρὸς τὴν διάρθρωσιν
     συνώνυμα: ἰσχνός
  5. κενός, ελεύθερος, χωρίς δουλειά
    παράδειγμα  αἱ διάκενοι ἡμέραι - ημέρες χωρίς εργασία

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.