διάκενος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]διάκενος, -ον
- άδειος
- (ουσιαστικοποιημένο) το διάκενον: το διάκενο
- (μεταφορικά) άδειος, κενός, μάταιος, ανούσιος, άχρηστος
διάκενος λόγος - κενός λόγος, λόγος χωρίς περιεχόμενο
- (για πρόσωπο) λεπτός, αδύνατος
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος , Βίοι Παράλληλοι, Λυκοῦργος, ιζ΄
- αἱ γὰρ ἰσχναὶ καὶ διάκενοι μᾶλλον ἕξεις ὑπακούουσι πρὸς τὴν διάρθρωσιν
- ≈ συνώνυμα: ἰσχνός
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος , Βίοι Παράλληλοι, Λυκοῦργος, ιζ΄
- κενός, ελεύθερος, χωρίς δουλειά
αἱ διάκενοι ἡμέραι - ημέρες χωρίς εργασία
Παράγωγα
[επεξεργασία]- διακένως (επίρρημα)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.
Πηγές
[επεξεργασία]- διάκενος - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- διάκενος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα διά- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)