διάκριτο εξάρτημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάκριτο εξάρτημαδείτε τις λέξεις διάκριτος και εξάρτημα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική discrete component

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

διάκριτο εξάρτημα

  • (ηλεκτρονική) ένα μόνο ηλεκτρονικό στοιχείο, είτε παθητικό (αντίσταση, πυκνωτής, επαγωγέας) ή ενεργό (τρανζίστορ ή ηλεκτρονική λυχνία).

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]