διάλυμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: διάλειμμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διάλυμα τα διαλύματα
      γενική του διαλύματος των διαλυμάτων
    αιτιατική το διάλυμα τα διαλύματα
     κλητική διάλυμα διαλύματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάλυμα < διαλύω + -μα ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) dissolution)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈa.li.ma/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάλυμα ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική διάλυμα διαλύματε διαλύματα
Γενική διαλύματος διαλυμάτοιν διαλυμάτων
Δοτική διαλύματι διαλυμάτοιν διαλύμασι
Αιτιατική διάλυμα διαλύματε διαλύματα
Κλητική διάλυμα διαλύματε διαλύματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάλυμα < διαλύω + -μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάλυμα ουδέτερο