διάπυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διάπυρος διάπυρη διάπυρο
γενική διάπυρου διάπυρης διάπυρου
αιτιατική διάπυρο διάπυρη διάπυρο
κλητική διάπυρε διάπυρη διάπυρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διάπυροι διάπυρες διάπυρα
γενική διάπυρων διάπυρων διάπυρων
αιτιατική διάπυρους διάπυρες διάπυρα
κλητική διάπυροι διάπυρες διάπυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάπυρος < αρχαία ελληνική διάπυρος < διά + πῦρ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διάπυρος

  1. πυρακτωμένος
  2. (μεταφορικά) ένθερμος, με μεγάλη ένταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]