Μετάβαση στο περιεχόμενο

διάρκεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάρκεια οι διάρκειες
      γενική της διάρκειας
& διαρκείας
των διαρκειών
    αιτιατική τη διάρκεια τις διάρκειες
     κλητική διάρκεια διάρκειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάρκεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάρκεια < αρχαία ελληνική διαρκής & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική durée [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈði̯aɾ.ci.a/ και /ˈðʝaɾ.ci.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διάρκεια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάρκεια θηλυκό

  1. η χρονική συνέχεια κατά την οποία συντελείται κάτι
      Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
    παράδειγμα  Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχα πολύ άγχος.
  2. η έκταση ενός συνεχούς χρονικού διαστήματος
    παράδειγμα  Η ταινία έχει διάρκεια 93 λεπτά.
  3.  δείτε τη λέξη  διαρκείας (γενική): που έχει πολλή διάρκεια και δεν έχει ισχύ μόνο για μια φορά
    παράδειγμα  εισιτήριο διαρκείας
  4. (γραμματική) για τους χρόνους του ρήματος που δηλώνουν συνέχεια
     και δείτε  εξακολουθητικός χρόνος
  5. (μουσική, για νότα ή παύση) αξία
     και δείτε τον όρο σύζευξη διαρκείας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διάρκει αἱ διάρκειαι
      γενική τῆς διαρκείᾱς τῶν διαρκειῶν
      δοτική τῇ διαρκεί ταῖς διαρκείαις
    αιτιατική τὴν διάρκειᾰν τὰς διαρκείᾱς
     κλητική ! διάρκει διάρκειαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαρκεί
γεν-δοτ τοῖν  διαρκείαιν
1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάρκεια < διαρκής

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /di.ár.keː.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διάρκεια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάρκεια θηλυκό