διάτρητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάτρητος < ελληνιστική κοινή διά + τρητός < τετραίνω

Επίθετο[επεξεργασία]

διάτρητος, -η, -ο

  1. γεμάτος τρύπες, πιο λαϊκά: ο τρυπητός
  2. (μεταφορικά) γεμάτος λογικά ή άλλου είδους κενά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]