διάχυτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διάχυτος διάχυτη διάχυτο
γενική διάχυτου διάχυτης διάχυτου
αιτιατική διάχυτο διάχυτη διάχυτο
κλητική διάχυτε διάχυτη διάχυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διάχυτοι διάχυτες διάχυτα
γενική διάχυτων διάχυτων διάχυτων
αιτιατική διάχυτους διάχυτες διάχυτα
κλητική διάχυτοι διάχυτες διάχυτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάχυτος < μεσαιωνική ελληνική διάχυτος < αρχαία ελληνική διαχέω < διά + χέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διάχυτος, -η, -ο

  1. που διαχέεται, που διασκορπίζεται
    διάχυτη μυρωδιά
  2. (μεταφορικά) που βρίσκεται σ’ όλους γενικά, που είναι φανερός
    διάχυτη χαρά

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]