διέγερση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διέγερση οι διεγέρσεις
      γενική της διέγερσης
& διεγέρσεως
των διεγέρσεων
    αιτιατική τη διέγερση τις διεγέρσεις
     κλητική διέγερση διεγέρσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διέγερση < ελληνιστική κοινή διέγερσις < αρχαία ελληνική διεγείρω < διά + ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική excitation)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈε.ʝεɾ.si/ και /ˈðʝε.ʝεɾ.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διέγερση θηλυκό

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]