διέξοδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διέξοδος διέξοδοι (διέξοδες)
γενική διεξόδου διεξόδων
αιτιατική διέξοδο διεξόδους (διέξοδες)
κλητική (διέξοδο) διέξοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διέξοδος < αρχαία ελληνική διέξοδος < διά + ἔξοδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διέξοδος θηλυκό

  1. πέρασμα που δίνει τη δυνατότητα για έξοδο
  2. (ως επίθετο) που προσφέρει μια διέξοδο, μια λύση
    διέξοδες επιλογές
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδιέξοδος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]