διέπω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διέπω < (λόγιο) < αρχαία ελληνική διέπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διέπω, παθ. φωνή: διέπομαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. διέπω διείπα θα διέπω να διέπω διέποντας
β' ενικ. διέπεις διείπες θα διέπεις να διέπεις
γ' ενικ. διέπει διείπε θα διέπει να διέπει
α' πληθ. διέπουμε διείπαμε θα διέπουμε να διέπουμε
β' πληθ. διέπετε διείπατε θα διέπετε να διέπετε διέπετε
γ' πληθ. διέπουν(ε) διείπαν
διείπαν(ε)
θα διέπουν(ε) να διέπουν(ε)

Σημείωση: Εύχρηστο είναι κυρίως το γ΄ πρόσωπο.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]