διήκω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]διήκω
- προχωρώ, φθάνω από ένα σημείο ως ένα άλλο
- ἡ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν
- εξαπλώνομαι
- περνώ ενα σημείο