διήμερο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : διήμερος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διήμερο διήμερα
γενική διημέρου διημέρων
αιτιατική διήμερο διήμερα
κλητική διήμερο διήμερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διήμερο < δι- + ημερ- (< ημέρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈi.mɛ.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διήμερο ουδέτερο

θα περάσομε ένα διήμερο μακριά από την πόλη


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]