διαίρεσις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | διαίρεσῐς | αἱ | διαιρέσεις |
| γενική | τῆς | διαιρέσεως | τῶν | διαιρέσεων |
| δοτική | τῇ | διαιρέσει | ταῖς | διαιρέσεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | διαίρεσῐν | τὰς | διαιρέσεις |
| κλητική ὦ! | διαίρεσῐ | διαιρέσεις | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | διαιρέσει | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | διαιρεσέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διαίρεσις, -εως θηλυκό
- η διαίρεση, ο χωρισμός σε μέρη
- το μοίρασμα (χρημάτων, λαφύρων κλπ)
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 123
- Μετὰ δὲ τὴν διαίρεσιν τῆς ληίης ἔπλεον οἱ Ἕλληνες ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἀριστήια δώσοντες τῷ ἀξιωτάτῳ γενομένῳ Ἑλλήνων ἀνὰ τὸν πόλεμον τοῦτον.
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 123
- η διάκριση μεταξύ δύο εννοιών
- η διαίρεση ενός γένους σε είδη
- ο χωρισμός ενός ρητορικού λόγου σε μέρη
- ο χωρισμός μιας διφθόγγου (ή μιας συλλαβής) σε δύο συλλαβές
- τὸ δὲ πλοῖον προπερισπᾶται ὡς πάσχον διαίρεσιν αἰολικῶς. πλόϊον γὰρ λέγεται. (Αίλιος Ηρωδιανός, Περὶ καθολικῇς προσῳδίας, 3.1.376)
Πηγές
[επεξεργασία]- διαίρεσις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- διαίρεσις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'δύναμις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμις' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)