Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαίρεσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ διαίρεσῐς αἱ διαιρέσεις
      γενική τῆς διαιρέσεως τῶν διαιρέσεων
      δοτική τῇ διαιρέσει ταῖς διαιρέσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν διαίρεσῐν τὰς διαιρέσεις
     κλητική ὦ! διαίρεσῐ διαιρέσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαιρέσει
γεν-δοτ τοῖν  διαιρεσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαίρεσις < διαιρέω /ῶ + -σις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαίρεσις, -εως θηλυκό

  1. η διαίρεση, ο χωρισμός σε μέρη
  2. το μοίρασμα (χρημάτων, λαφύρων κλπ)
    ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 123
    Μετὰ δὲ τὴν διαίρεσιν τῆς ληίης ἔπλεον οἱ Ἕλληνες ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἀριστήια δώσοντες τῷ ἀξιωτάτῳ γενομένῳ Ἑλλήνων ἀνὰ τὸν πόλεμον τοῦτον.
  3. η διάκριση μεταξύ δύο εννοιών
  4. η διαίρεση ενός γένους σε είδη
  5. ο χωρισμός ενός ρητορικού λόγου σε μέρη
  6. ο χωρισμός μιας διφθόγγου (ή μιας συλλαβής) σε δύο συλλαβές
    τὸ δὲ πλοῖον προπερισπᾶται ὡς πάσχον διαίρεσιν αἰολικῶς. πλόϊον γὰρ λέγεται. (Αίλιος Ηρωδιανός, Περὶ καθολικῇς προσῳδίας, 3.1.376)