διαίρεσις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαίρεσις < διαιρέω - διαιρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαίρεσις θηλυκό

  1. η διαίρεση, ο χωρισμός σε μέρη
  2. το μοίρασμα (χρημάτων, λαφύρων κλπ)
    Μετὰ δὲ τὴν διαίρεσιν τῆς ληίης ἔπλεον οἱ Ἕλληνες ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἀριστήια δώσοντες τῷ ἀξιωτάτῳ γενομένῳ Ἑλλήνων ἀνὰ τὸν πόλεμον τοῦτον. (Ηρόδοτος, 8.123)
  3. η διάκριση μεταξύ δύο εννοιών
  4. η διαίρεση ενός γένους σε είδη
  5. ο χωρισμός ενός ρητορικού λόγου σε μέρη
  6. ο χωρισμός μιας διφθόγγου (ή μιας συλλαβής) σε δύο συλλαβές
    τὸ δὲ πλοῖον προπερισπᾶται ὡς πάσχον διαίρεσιν αἰολικῶς. πλόϊον γὰρ λέγεται. (Αίλιος Ηρωδιανός, Περὶ καθολικῇς προσῳδίας, 3.1.376)