διαβατάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαβατάρης < μεσαιωνική ελληνική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαβατάρης

  1. ο διαβάτης
  2. (ως επίθετο) περαστικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]