διαβατήρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

διαβατήρια ουδέτερο

  1. διαβατήριο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαβατήρια < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαβατήρια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. θυσίες που γίνονταν πριν περάσει κάποιος ένα σύνορο, έναν ποταμό κλπ.