διαβατήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαβατήριο διαβατήρια
γενική διαβατηρίου διαβατηρίων
αιτιατική διαβατήριο διαβατήρια
κλητική διαβατήριο διαβατήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαβατήριο < αρχαία ελληνική διαβατήρια < επίθετο διαβατήριος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðia.va.ˈti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαβατήριο ουδέτερο

  1. επίσημο ταξιδιωτικό έγγραφο, απαραίτηο για να ταξιδέψει κανείς στο εξωτερικό. Έχει μορφή μικρού βιβλιαρίου και φέρει τη φωτογραφία του κατόχου
    αρμόδιες για την έκδοση και την ανανέωση διαβατηρίων είναι οι αστυνομικές αρχές
    με την κάρτα επιβίβασης στο χέρι προχωρήσαμε για τον έλεγχο διαβατηρίων
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε επιτρέπει σε κάποιον να εισέλθει σε έναν επαγγελματικό, καλλιτεχνικό κ.λπ χώρο
    ένα πτυχίο δεν είναι απαραίτητα το διαβατήριο για την επιτυχία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]