διαβεβαιωτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαβεβαιωτικός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]διαβεβαιωτικός, -ή, -ό
- που διαβεβαιώνει
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαβεβαιωτικός
|
|