διαβεβαιωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαβεβαιωτικός διαβεβαιωτική διαβεβαιωτικό
γενική διαβεβαιωτικού διαβεβαιωτικής διαβεβαιωτικού
αιτιατική διαβεβαιωτικό διαβεβαιωτική διαβεβαιωτικό
κλητική διαβεβαιωτικέ διαβεβαιωτική διαβεβαιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαβεβαιωτικοί διαβεβαιωτικές διαβεβαιωτικά
γενική διαβεβαιωτικών διαβεβαιωτικών διαβεβαιωτικών
αιτιατική διαβεβαιωτικούς διαβεβαιωτικές διαβεβαιωτικά
κλητική διαβεβαιωτικοί διαβεβαιωτικές διαβεβαιωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαβεβαιωτικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διαβεβαιωτικός, -ή, -ό

  1. που διαβεβαιώνει


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]