διαβιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαβιώ < αρχαία ελληνική διαβιόω / διαβιῶ < διά + βιόω / βιῶ < βίος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷeyh₃- (ζω)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]διαβιώ
- (λόγιο) άλλη μορφή του διαβιώνω
- ※ Το μικροβίωμα των σπηλαίων, δηλαδή το σύνολο των μικροοργανισμών που έχουν προσαρμοστεί να διαβιούν σε σπηλαία, παραμένει εν πολλοίς ανεξερεύνητο (Το Βήμα, 30/07/2026 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαβιώ
|
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)