Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαβολότοπος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαβολότοπος οι διαβολότοποι
      γενική του διαβολότοπου των διαβολότοπων
    αιτιατική τον διαβολότοπο τους διαβολότοπους
     κλητική διαβολότοπε διαβολότοποι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαβολότοπος < διάβολ(ος) + -ό- + -τοπος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαβολότοπος αρσενικό

  • (μεταφορικά) πολύ δύσκολος, προβληματικός τόπος
      Ξέρω κ' εγώ; Μήπως τους γνωρίζω εγώ αυτούς τους διαβολότοπους; ... Βγήκα εγώ ποτέ μου έξω από τη θάλασσα της Νορόνης και του Βέργκεν παρά μια φορά μονάχα που επήγα να ψαρεύσω ς' την Ισλανδία και ς' την Γροιλανδία; (Εστία, τόμος εικοστός πρώτος, 1886, αρ. 536, 6 Απρ. 1886, σελ. 214 )
      Ποιές περιοχές πρόκειται να μετατραπούν σε τροπικούς παραδείσους; Ποιές σε αφόρητα υγρούς διαβολότοπους; Ποιές σε ερήμους; (Άγνωστες πτυχές της κλιματικής αλλαγής, 2/11/2011, physics4u.wordpress.com )
      Συχνά αποκαλώ την Ελλάδα «διαβολότοπο». Όσοι ξένοι έρχονται εδώ βρίσκονται αντιμέτωποι με κάτι αρκετά δύσκολο. Το τοπίο είναι ελκυστικό, το φως όμως είναι τόσο έντονο που τους τυφλώνει και τους πυρπολεί. (Δημήτρης Τάρλοου: «Μεγάλη χίμαιρα», ένα «κατάμαυρο» ρομαντικό έπος, εφημ. ΑΥΓΗ, 14/07/2014 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]