διαβόητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική διαβόητος διαβόητη διαβόητο
γενική διαβόητου διαβόητης διαβόητου
αιτιατική διαβόητο διαβόητη διαβόητο
κλητική διαβόητε διαβόητη διαβόητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαβόητοι διαβόητες διαβόητα
γενική διαβόητων διαβόητων διαβόητων
αιτιατική διαβόητους διαβόητες διαβόητα
κλητική διαβόητοι διαβόητες διαβόητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαβόητος < ελληνιστική κοινή διαβόητος < αρχαία ελληνική βοάω / βοῶ (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) notoire)

Open book 01.svg Επίθετο[]

διαβόητος, -η, -ο

  • πασίγνωστος (για κάτι αρνητικό)
    • ο διαβόητος εγκληματίας Χ δραπέτευσε ξανά από τις φυλακές
    • Λίγα χρόνια πριν από την παραπάνω συνάντηση των «πρώην εχθρών» και είκοσι χρόνια ακριβώς μετά την επιστροφή του από τα διαβόητα τάγματα εργασίας, ο Ηλίας Βενέζης είχε βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με τον χάρο, όμηρος στο κελί των μελλοθανάτων των Φυλακών Αβέρωφ. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]