διαγράφω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαγράφω < αρχαία ελληνική διαγράφω < διά + γράφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.ˈɣɾa.fɔ/ και /ðʝa.ˈɣɾa.fɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαγράφω, πρτ.: διέγραφα, στ.μέλλ.: θα διαγράψω, αόρ.: διέγραψα, παθ.φωνή: διαγράφομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: διαγραμμένος

  1. σβήνω ένα τμήμα κειμένου είτε τελείως είτε χαράζοντας πάνω του μια οριζόντια γραμμή, ένα Χ ή άλλο σύμβολο
  2. στερώ από κάποιον την ιδιότητα του μέλους (μιας ένωσης, κόμματος, κοινοβουλευτικής ομάδας κ.λπ.)
  3. θεωρώ οριστικά χαμένο κάτι και παύω να το διεκδικώ ή να με ενδιαφέρει από άποψη συναισθηματική, οικονομική ή άλλη
  4. σχηματίζω μια νοητή γραμμή (τροχιά) καθώς κινούμαι
  5. παρουσιάζω τις βασικές γραμμές ενός σχεδίου
  6. βλέπε και το παθητικό διαγράφομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]