διαγώνιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαγώνιος διαγώνια διαγώνιο
γενική διαγώνιου διαγώνιας διαγώνιου
αιτιατική διαγώνιο διαγώνια διαγώνιο
κλητική διαγώνιε διαγώνια διαγώνιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαγώνιοι διαγώνιες διαγώνια
γενική διαγώνιων διαγώνιων διαγώνιων
αιτιατική διαγώνιους διαγώνιες διαγώνια
κλητική διαγώνιοι διαγώνιες διαγώνια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαγώνιος < ελληνιστική κοινή < διά + γωνία

Επίθετο[επεξεργασία]

διαγώνιος, -α/-ος, -ο

  1. που ξεκινά από μια γωνία και καταλήγει σε μια άλλη, μη διαδοχική
  2. λοξός, όχι παράλληλος με μία από τις γραμμές που σχηματίζουν το πλαίσιο ενός αντικειμένου· ούτε οριζόντιος ούτε κατακόρυφος
    το πουκάμισο είχε διαγώνιες μπλε και άσπρες ρίγες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

μια διαγώνιος ενώνει τα σημεία Α και Β
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαγώνιος οι διαγώνιοι (διαγώνιες)
      γενική της διαγωνίου των διαγωνίων
    αιτιατική τη διαγώνιο τις διαγωνίους (διαγώνιες)
     κλητική διαγώνιε (διαγώνιο) διαγώνιοι (διαγώνιες)
όπως «διάμετρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαγώνιος θηλυκό

  • το ευθύγραμμο τμήμα που ξεκινά από μια γωνία ενός πολυγώνου και καταλήγει σε μια άλλη, μη διαδοχική

Μεταφράσεις[επεξεργασία]