διαδηλωτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαδηλωτής διαδηλωτές
γενική διαδηλωτή διαδηλωτών
αιτιατική διαδηλωτή διαδηλωτές
κλητική διαδηλωτή διαδηλωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαδηλωτής < διαδηλώνω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαδηλωτής αρσενικό (θηλυκό: διαδηλώτρια)

  1. αυτός που συμμετέχει σε μια διαδήλωση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]