διαδοκίς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική διαδοκίς διαδοκίδε διαδοκίδες
Γενική διαδοκίδος διαδοκίδοιν διαδοκίδων
Δοτική διαδοκίδι διαδοκίδοιν διαδοκίσι(ν)
Αιτιατική διαδοκίδα διαδοκίδε διαδοκίδας
Κλητική διαδοκίς διαδοκίδε διαδοκίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαδοκίς < διά + αρχαία ελληνική δοκός < δέχομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *deḱ- (δέχομαι, παίρνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαδοκίς θηλυκό