διαζευγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαζευγμένος η διαζευγμένη το διαζευγμένο
      γενική του διαζευγμένου της διαζευγμένης του διαζευγμένου
    αιτιατική τον διαζευγμένο τη διαζευγμένη το διαζευγμένο
     κλητική διαζευγμένε διαζευγμένη διαζευγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαζευγμένοι οι διαζευγμένες τα διαζευγμένα
      γενική των διαζευγμένων των διαζευγμένων των διαζευγμένων
    αιτιατική τους διαζευγμένους τις διαζευγμένες τα διαζευγμένα
     κλητική διαζευγμένοι διαζευγμένες διαζευγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαζευγμένος < αρχαία ελληνική διεζευγμένος < διαζευγνύω

Μετοχή[επεξεργασία]

διαζευγμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]