διαζευγνύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαζευγνύω < αρχαία ελληνική διαζευγνύω / διαζεύγνυμι < διά + ζευγνύω / ζεύγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yewg- (ενώνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαζευγνύω

  1. (αρχαιοπρεπές) χωρίζω, διαχωρίζω, διαλύω
  2. (αρχαιοπρεπές) (ειδικότερα) δίνω διαζύγιο, χωρίζω αντρόγυνο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]