διαθήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαθήκη διαθήκες
γενική διαθήκης διαθηκών
αιτιατική διαθήκη διαθήκες
κλητική διαθήκη διαθήκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαθήκη< δια + θήκη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.ˈθi.ki/ και /ðʝa.ˈθi.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαθήκη θηλυκό

  1. (νομικός όρος) έγγραφο που περιλαμβάνει τις τελευταίες επιθυμίες κάποιου καθώς και τον τρόπο που επιθυμεί να μοιραστεί η περιουσία του
  2. (κατ’ επέκταση) συμβουλή, παραίνεση
  3. (θρησκεία) Διαθήκη: συμφωνία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική διαθήκη διαθήκα διαθῆκαι
Γενική διαθήκης διαθήκαιν διαθηκῶν
Δοτική διαθήκ διαθήκαιν διαθήκαις
Αιτιατική διαθήκην διαθήκα διαθήκας
Κλητική διαθήκη διαθήκα διαθῆκαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαθήκη < διατίθημι < διά + τίθημι (3. μεταφραστικό δάνειο από την εβραϊκή ברית "brit")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαθήκη θηλυκό

  1. διαθήκη
  2. διάθεση, κατάσταση
  3. (ελληνιστική κοινή ) συμφωνία, συνθήκη