Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαθερμαίνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαθερμαίνω < αρχαία ελληνική διαθερμαίνω < διά + θερμαίνω

διαθερμαίνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]