διαθλώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαθλώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαθλῶ, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική refract ή γαλλική réfracter[1]
Ρήμα
[επεξεργασία]διαθλώ
- σπάζω σε δύο σημεία, χωρίζω στη μέση
- ※ Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
- προκαλώ τη διάθλαση μιας δέσμης φωτός, ενός ηχητικού κύματος κ.λπ.
το φως διαθλάται με το πρίσμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ διαθλώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)