Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαθλώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαθλώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαθλῶ, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική refract ή γαλλική réfracter[1]

διαθλώ

  1. σπάζω σε δύο σημεία, χωρίζω στη μέση
      Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
  2. προκαλώ τη διάθλαση μιας δέσμης φωτός, ενός ηχητικού κύματος κ.λπ.
    παράδειγμα  το φως διαθλάται με το πρίσμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]