διαθρύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαθρύπτω < δια- + θρύπτω

Ρήμα[επεξεργασία]

διαθρύπτω

  1. σπάζω σε κομμάτια
  2. (μεταφορικά) καταρρακώνω κάποιον
  3. περηφανεύομαι

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]