διαιτητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαιτητής οι διαιτητές
      γενική του διαιτητή των διαιτητών
    αιτιατική τον διαιτητή τους διαιτητές
     κλητική διαιτητή διαιτητές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαιτητής < αρχαία ελληνική διαιτητής < διαιτάομαι/διαιτῶμαι (< διά + εἶμι ή αἴτιος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαιτητής αρσενικό

  1. αυτός που επιτηρεί και ρυθμίζει τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού ή ενός αγώνα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εκ των προτέρων τεθεί
  2. (νομική) ο μεσολαβητής μεταξύ δύο διαδίκων για μια υπόθεσή τους
  3. (κατ' επέκταση) ο μεσολαβητής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών για μια υπόθεσή τους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]