διαιτητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαιτητής διαιτητές
γενική διαιτητή διαιτητών
αιτιατική διαιτητή διαιτητές
κλητική διαιτητή διαιτητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαιτητής < αρχαία ελληνική διαιτητής < διαιτάομαι/διαιτῶμαι (< διά + εἶμι ή αἴτιος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαιτητής αρσενικό

  1. αυτός που επιτηρεί και ρυθμίζει τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού ή ενός αγώνα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εκ των προτέρων τεθεί
  2. (νομικός όρος) ο μεσολαβητής μεταξύ δύο διαδίκων για μια υπόθεσή τους
  3. (κατ’ επέκταση) ο μεσολαβητής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών για μια υπόθεσή τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]