Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά
(
el
)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά
(
el
)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Επίθετο
1.2.1
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
διαιτητικός
2 γλώσσες
Ido
Русский
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά
(
el
)
[
επεξεργασία
]
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
διαιτητικ
ός
η
διαιτητικ
ή
το
διαιτητικ
ό
γενική
του
διαιτητικ
ού
της
διαιτητικ
ής
του
διαιτητικ
ού
αιτιατική
τον
διαιτητικ
ό
τη
διαιτητικ
ή
το
διαιτητικ
ό
κλητική
διαιτητικ
έ
διαιτητικ
ή
διαιτητικ
ό
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
διαιτητικ
οί
οι
διαιτητικ
ές
τα
διαιτητικ
ά
γενική
των
διαιτητικ
ών
των
διαιτητικ
ών
των
διαιτητικ
ών
αιτιατική
τους
διαιτητικ
ούς
τις
διαιτητικ
ές
τα
διαιτητικ
ά
κλητική
διαιτητικ
οί
διαιτητικ
ές
διαιτητικ
ά
Κατηγορία
όπως «
καλός
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
διαιτητικός
<
→
λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[
επεξεργασία
]
διαιτητικός
, -ή, -ό
σχετικός με τη
διαιτησία
διαιτητικό
δικαστήριο
σχετικός με τη
δίαιτα
διαιτητική
αγωγή
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
σχετικός με τη διαιτησία
γαλλικά
:
arbitral
(fr)
γερμανικά
:
schiedsgerichtlich
(de)
σχετικός με τη δίαιτα
γαλλικά
:
diététique
(fr)
γερμανικά
:
diätisch
(de)
Κατηγορίες
:
Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Επίθετα (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
διαιτητικός
2 γλώσσες
Προσθήκη θέματος