διακατέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακατέχω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

διακατέχω

  1. κατέχω πλήρως το εσωτερικό κάποιου
  2. (μεταφορικά) καταλαμβάνω την ψυχή κάποιου (για συναισθήματα)

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. διακατέχω διακατείχα θα διακατέχω να διακατέχω διακατέχοντας
β' ενικ. διακατέχεις διακατείχες θα διακατέχεις να διακατέχεις διακάτεχε
γ' ενικ. διακατέχει διακατείχε θα διακατέχει να διακατέχει
α' πληθ. διακατέχουμε διακατείχαμε θα διακατέχουμε να διακατέχουμε
β' πληθ. διακατέχετε διακατείχατε θα διακατέχετε να διακατέχετε διακατέχετε
γ' πληθ. διακατέχουν(ε) διακατείχαν
διακατείχαν(ε)
θα διακατέχουν(ε) να διακατέχουν(ε)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]