διακεκομμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακεκομμένος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διακεκομμένος, -η, -ο

  1. Που διακόπτεται πολλές φορές, ασυνεχής.
  2. (Για γραμμές): Που είναι διαιρεμένος σε πολλά μικρά τμήματα.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]