διακινδύνευση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακινδύνευση < διακινδυνεύω + -ση < αρχαία ελληνική κινδυνεύω < κίνδυνος (σημασιολογικό δάνειο από (αγγλικά) endanger)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διακινδύνευση θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρήματος διακινδυνεύω
  2. (τυποποίηση) επίδραση της αβεβαιότητας στους στόχους
(Ο ορισμός έχει διεθνώς τυποποιηθεί με το πρότυπο ISO/Guide 73:2009)
Σημειώσεις
  1. Η επίδραση είναι απόκλιση από τον αναμενόμενο στόχο – θετική ή αρνητική
  2. Οι στόχοι μπορούν να είναι διάφοροι (όπως: οικονομικοί στόχοι, στόχοι υγείας και ασφάλειας και περιβαλλοντικοί στόχοι) και να εφαρμόζονται σε διαφορετική στάθμη (όπως: στρατηγική στάθμη, πανεταιρική στάθμη, στάθμη έργου, προϊόντος ή διεργασίας).
  3. Η διακινδύνευση χαρακτηρίζεται συχνά σε σχέση με τα δυνητικά συμβάντα και συνέπειες ή και με συνδυασμό τους.
  4. Η διακινδύνευση εκφράζεται συχνά ως συνδυασμός των συνεπειών ενός συμβάντος (συμπεριλαμβανομένων και των αλλαγών των περιστάσεων) και του αντίστοιχου ενδεχομένου.
  5. αβεβαιότητα είναι η κατάσταση έλλειψης (έστω και μερικής): σχετικών πληροφοριών, κατανόησης ή γνώσης ενός συμβάντος, των συνεπειών του, ή του ενδεχομένου του.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]