διακοσμημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διακοσμημένος διακοσμημένη διακοσμημένο
γενική διακοσμημένου διακοσμημένης διακοσμημένου
αιτιατική διακοσμημένο διακοσμημένη διακοσμημένο
κλητική διακοσμημένε διακοσμημένη διακοσμημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διακοσμημένοι διακοσμημένες διακοσμημένα
γενική διακοσμημένων διακοσμημένων διακοσμημένων
αιτιατική διακοσμημένους διακοσμημένες διακοσμημένα
κλητική διακοσμημένοι διακοσμημένες διακοσμημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακοσμημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διακοσμώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

διακοσμημένος

  1. που έχει διακοσμηθεί, που γύρω του ή επάνω του έχουν τοποθετηθεί διάφορα αντικείμενα (πχ. λουλούδια, έργα τέχνης για έναν τόπο) ώστε να γίνει πιο ωραίος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]